Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2012

Παρά λίγο παράδεισος

Χτυπούσαμε την πόρτα και κανείς δεν άνοιγε. Νά, σου λέω, είναι ξεκλείδωτη. Μπήκαμε μέσα, αλλά το μέσα ήταν έξω, ένα λιβάδι απέραντο και ακούγονταν πουλιά αλλά δεν τα βλέπαμε πουθενά, ένας δυνατός θόρυβος από τιτιβίσματα, ενοχλητικός.
Μάλλον πεθάναμε, μου είπες. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε από κάπου μακριά το διαφημιστικό του jumbo για τα σχολεία που άνοιξαν. Όχι σου λέω, δεν πεθάναμε, υπάρχουν και άλλοι άνθρωποι γύρω. Ήμουν σίγουρη αλλά δεν τους έβλεπα.
Είδα μια πόρτα λίγο μακρύτερα από μας. Πήγα και την άνοιξα, σου λέω έλα, πάμε από δω, αλλά εσύ κοιτούσες αλλού. Πέρασα μέσα από την πόρτα και βρέθηκα σε έναν κατηφορικό δρόμο που οδηγούσε σε μία παραλία έρημη. Ήθελα να κάνω μπάνιο, αλλά ντρεπόμουν, κάπου έγραφε ότι μόνο γυμνή επιτρεπόταν να μπω στη θάλασσα. Περίμενα να νυχτώσει αλλά όσο νύχτωνε τα κύματα μεγάλωναν. Λίγο μετά το νερό κάλυψε την παραλία. Καθόμουν στην άμμο που υποχωρούσε αλλά δεν φοβόμουν μην πνιγώ, εμφανίστηκε ένα σιδερένιο πλέγμα από κάτω που με κρατούσε πάνω από το νερό.
Σκεφτόμουν ότι έκανες καλά που δεν ήρθες.

Τρίτη, 21 Αυγούστου 2012

Λίγο αργότερα δεν τον ξαναείδα

...αυτό το φιλί δεν μας πάει πουθενά. Αυτό το φιλί είναι ένα τίποτα. Βρίσκομαι στο κενό. Θέλω να φύγω.
Στη σκηνή τουλάχιστον υπάρχει μια κίνηση, μια ακτινοβολία, ένα χαμόγελο. Τίποτα από όλα αυτά δεν απομένει στον άντρα που έχω δίπλα μου, που κρατάει το ποτήρι του σκυθρωπός, μπερδεμένος με τον εαυτό του, κλεισμένος μέσα σε κάτι, κι αυτός δεν ξέρει τι.
Ξαπλώνει δίπλα μου με τα ρούχα του, τον αγκαλιάζω.Μια φράση θα μπορούσε να μας σώσει. Ή ένα χαμόγελο. Κανείς μας δεν χαμογελάει.Κάνουμε έρωτα. Το να κάνεις έρωτα είναι συνήθως αποτελεσματικός τρόπος για να γνωριστείς. Εμείς δεν γνωριστήκαμε.
Κάνει μια βόλτα ακόμα στο δωμάτιο και ύστερα φεύγει. Δεν με φίλησε. Μα το έχω πια καταλάβει. Το παρόν είναι το παρόν. Δεν προχωρά πιο πέρα.Το φιλί θα ήταν υπόσχεση ή ανάμνηση λέξεις άγνωστες γι' αυτόν...

Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2012

Cine amica


Αποφασίσαμε να πάμε θερινό σινεμά και ξαφνικά βρεθήκαμε στην Amica. Καιρό είχα να πάω, από παιδάκι. Μπήκαμε μέσα και διασχίζοντας τον διάδρομο για να καθίσουμε τον είδα. Ήταν ο Αλεξανδρής, κατάλαβα αμέσως ότι θα γίνει κάτι. Σε κοίταξα, δεν μιλήσαμε, εγώ κάθισα και εσύ έφυγες προς τις τουαλέτες.
Την ώρα που θα ξεκινούσε η ταινία ήρθα να σε βρω. Ήσουν ακόμα εκεί και είχες στα μάτια σου από ένα τεράστιο δάκρυ. Με κατηγόρησες ότι ήξερα ότι θα ήταν εκεί και για αυτό και πήγαμε. Όχι δεν έχω ιδέα σου είπα και σε τράβηξα πάλι να καθίσουμε. Αυτή τη φορά καθίσαμε πίσω του.Έβλεπα τα άλλοτε όμορφα μαλλιά του που τώρα είχαν γίνει κατάλευκα. Σκέφτηκα ότι ζήλεψες και ένιωσα μια άγρια χαρά.
Δεν πρόσεξα ποια ταινία βλέπαμε, είχε ακόμα ήλιο. Μόνο ανάμεσα σε μας και στα μπροστινά καθίσματα φύτρωσαν κάποια λουλούδια που λίγο μας έκοβαν την ορατότητα. Σκεφτόμουν κάπου κάπου ότι το βράδυ που θα γυρίσουμε πρέπει να προσπαθήσω να βγάλω έξω από το σπίτι εκείνο το μικρούλι γατάκι που τρύπωσε το πρωί.

Κυριακή, 18 Μαρτίου 2012

Το σύννεφο

Έχασα την ισορροπία μου,
έφυγε η γαλήνη μου,
κάποιος μου έκλεψε την πυξίδα μου.

Ένα σύννεφο είναι από πάνω μου, με βλέπει και με κοροϊδεύει. 
Όχι μου λέει, δεν θα φύγω, εδώ θα μείνω να σου θυμίζω.
Κάθε που θα ξεγελιέσαι εγώ θα ρίχνω βροχή να σου ξεπλένω τις ψευδαισθήσεις.

Κάθε που θα χαμογελάς θα εμφανίζομαι.

Θα παίρνω τα χάδια και θα τα κάνω ξυράφια. Το πρωί οι πληγές θα μοιάζουν επιφανειακές, αλλά ως το βράδυ θα είναι πάλι εκεί, έτοιμες, να ξύνεις το καπαλάκι τους, να σου θυμίζουν πως η αγάπη πονάει.

Μην ξεχαστείς, κάπου εδώ κοντά θα βρίσκομαι.
Έι, κοίτα, δεν είμαι παρά ένα σύννεφο, δραπέτευσα μέσα από ένα καλά κρυμμένο μυστικό, και θέλω να παίζω με το μυαλό σου. Συνήθισέ με.

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2012

Όμορφη και παράξενη πατρίδα

''Κάνει να πάρει πέτρα την επαρατά  κάνει να τη σκαλίσει βγάνει θάματα  μπαίνει σ' ένα βαρκάκι πιάνει ωκεανούς  ξεσηκωμούς γυρεύει θέλει τύρρανους''... Για να δούμε πόσοι θα κατέβουν σήμερα στο Σύνταγμα;

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2012

Βαριά ανάλαφρη καρδιά...


Πήγα λοιπόν, και γύρισα και τίποτα σαν να μην άλλαξε...
Χθες στο φέρυ γυρίζοντας από την όμορφη Αιγινούλα μου θυμήθηκα πάλι αυτό το κα-τα-πλη-κτι-κό ποίημα της κ. Κικής Δημουλά...
Τι θείο δώρο έχουν κάποιοι άνθρωποι, να κεντούν με λέξεις όλα αυτά που η καρδούλα μας μάς ψιθυρίζει...



ΤΟ ΑΛΛΟΘΙ

Κάθε ποὺ σ᾿ ἐπισκέπτομαι
μονάχα ὁ καιρὸς ποὺ μεσολάβησε
ἀπὸ τὴ μιὰ φορὰ στὴν ἄλλη ἔχει ἀλλάξει.
Κατὰ τὰ ἄλλα, ὅπως πάντα
τρέχει ἀπὸ τὰ μάτια μου ποτάμι
θολὸ τὸ χαραγμένο ὄνομά σου
- ἀνάδοχος τῆς μικρούλας παύλας
ἀνάμεσα στὶς δυὸ χρονολογίες
νὰ μὴ νομίζει ὁ κόσμος ὅτι πέθανε
ἀβάπτιστη ἡ διάρκεια τῆς ζωῆς σου.
Ἐν συνεχείᾳ σκουπίζω τὶς μαραμένες
κουτσουλιὲς τῶν λουλουδιῶν προσθέτοντας
λίγο κοκκινόχωμα ἐκεῖ ποὺ ἐτέθη μαῦρο
κι ἀλλάζω τέλος τὸ ποτήρι στὸ καντήλι
μὲ ἄλλο καθαρὸ ποὺ φέρνω.

Ἀμέσως μόλις γυρίσω σπίτι
σχολαστικὰ θὰ πλύνω τὸ λερὸ
ἀπολυμαίνοντας μὲ χλωρίνες
καὶ καυστικοὺς ἀφροὺς φρίκης ποὺ βγάζω
καθὼς ἀναταράζομαι δυνατά.
Μὲ γάντια πάντα καὶ κρατώντας τὸ σῶμα μου
σὲ μεγάλη ἀπόσταση ἀπὸ τὸ νιπτηράκι
νὰ μὴ μὲ πιτσιλᾶνε τὰ νεκρὰ νερά.
Μὲ σύρμα σκληρῆς ἀποστροφῆς ξύνω
τὰ κολλημένα λίπη στοῦ ποτηριοῦ τὰ χείλη
καὶ στὸν οὐρανίσκο τῆς σβησμένης φλόγας
ἐνῷ ὀργὴ συνθλίβει τὸν παράνομο περίπατο
κάποιου σαλιγκαριοῦ, καταπατητὴ
τῆς γείτονος ἀκινησίας.

Ξεπλένω μετὰ ξεπλένω μὲ ζεματιστὴ μανία
κοχλάζει ἡ προσπάθεια νὰ φέρω τὸ ποτήρι στὴν πρώτη
τὴ χαρούμενη τὴ φυσική του χρήση
τὴν ξεδιψαστική.
Καὶ γίνεται πιὰ ὁλοκάθαρο, λάμπει
τὸ πόσο ὑποχόνδρια δὲ θέλω νὰ πεθάνω

ἀκριβέ μου - πάρτο κι ἀλλιῶς:
πότε δὲ φοβότανε τὸ θάνατο ἡ ἀγάπη;


(Ναι, ναι, πολυτονικό, πως αλλιώς να αποδοθούν οι πνοές της;).

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011

Γκλέτσος, θεός!



Μπορεί να λαϊκίζει, μπορεί..., μπορεί..., μπορεί, εμένα πάντως μου αρέσει!
Και η ευχή του για τη νέα χρονιά στο 12.40 είναι όλα τα λεφτά!